Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ... 1880 γεννήθηκε ο Αυστριακός φυσικός Paul Ehrenfest.



Σαν σήμερα, στις 18 Ιανουαρίου 1880, γεννήθηκε στη Βιέννη της Αυστρίας ο θεωρητικός φυσικός Paul Ehrenfest. Ήταν ο νεότερος από τους 5 γιους του Sigmund Ehrenfest και   της Johanna Jellinek που μετά το γάμο τους μετακόμισαν στη Βιέννη από το Loštice της Μοραβίας (Τσεχία). 
Ως παιδί ο Πάουλ ήταν ασθενικής κράσης και υπέφερε από ζαλάδες. Επιπλέον υπέφερε από τα πειράγματα των άλλων παιδιών λόγω της εβραϊκής καταγωγής του. Συνήθως τα άλλα αδέρφια του (ο μεγαλύτερος αδερφός Arthur ήταν 17 χρόνια μεγαλύτερος από τον Πάουλ) τον έσωζαν από δύσκολες καταστάσεις και αυτά ήταν που τον ώθησαν στη μελέτη.  
Μέχρι τα έξι του είχε μάθει να γράφει, να διαβάζει και να υπολογίζει. Τότε, το 1886 ξεκίνησε το δημοτικό που ολοκλήρωσε το 1890 με εξαιρετική επίδοση. Εκείνη τη χρονιά όμως έχασε τη μητέρα του από καρκίνο του στήθους και ο πατέρας του (που επίσης είχε προβλήματα υγείας) σύντομα παντρεύτηκε την κουνιάδα του που ήταν στην ίδια ηλικία με το γιο του Arthur.
Το 1890 ο Paul ξεκίνησε το γυμνάσιο στο Akademisches Gymnasium, αλλά αργότερα πήγε στο Franz Josef Gymnasium.  Όμως η ζωή του δεν ήταν καλή λόγω των ψυχικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, ενώ το 1896 έχασε και τον πατέρα του. Το 1899 τελείωσε το γυμνάσιο έχοντας πολύ αρνητική εμπειρία από τη φοίτησή του. (Αργότερα επέλεξε τα δικά του παιδιά να έχουν εκπαίδευση στο σπίτι). 
Τον Οκτώβριο 1899 έγινε φοιτητής στο Τεχνικό Ινστιτούτο (Technische Hochschule) της Βιέννης σπουδάζοντας χημεία, ενώ συγχρόνως γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Εκεί για δύο χρόνια παρακολούθησε τις παραδόσεις του Ludwig Boltzmann στην κινητική θεωρία στη θερμοδυναμική. Φαίνεται ότι ο Boltzmann επέδρασε θετικά στον Έρενφεστ και αφενός η μίζερη ζωή του βρήκε ενδιαφέρον στα μαθηματικά και τη φυσική, αφετέρου ο τρόπος διδασκαλίας αποτέλεσε έμπνευση στη δική του περίοδο διδασκαλίας.

Το 1901 συνέχισε σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Göttingen, όπου συνάντησε τη μετέπειτα σύζυγό του, Ρωσίδα μαθηματικό Tatyana Afanasyeva.  
Το 1903, σ' ένα σύντομο ταξίδι του στο Leiden της Ολλανδίας, γνωρίστηκε με τον H.A. Lorentz. Μετά 18 μήνες στο Göttingen, το 1904 επέστρεψε στη Βιέννη απ' όπου τον Ιούνιο 1904 πήρε το διδακτορικό του.  
Στις 21 Δεκεμβρίου 1904 παντρεύτηκαν με την Tatyana στη Βιέννη κι έκαναν δύο κορίτσια και δύο αγόρια. 
To 1905, ο Έρενφεστ δημοσίευσε μια εργασία πάνω στη  θεωρία του Planck για την ακτινοβολία μέλανος σώματος.
Το Σεπτέμβριο 1906 γύρισε στο Göttingen ψάχνοντας για δουλειά. Όμως εκεί σοκαρίστηκε μαθαίνοντας την αυτοκτονία του Μπόλτζμαν. 
Το 1907, το ζεύγος Έρενφεστ μετακόμισε στην Αγ. Πετρούπολη. Εκεί ο Πάουλ ήρθε σ' επαφή με τους Tamarkin, Friedmann, Steklov και άλλους φυσικούς ελπίζοντας σε κάποια πανεπιστημιακή θέση, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Σ' αυτό το διάστημα ο Πάουλ πήρε μάστερ στη φυσική από το Πανεπιστήμιο της Αγ. Πετρούπολης, ενώ παράλληλα δούλευε με τη γυναίκα του πάνω σ' ένα άρθρο στατιστικής μηχανικής που του είχε αναθέσει ο Felix Klein από το Göttingen.   
Το 1911 δημοσίευσε στο περιοδικό Annalen der Physik μία σημαντική εργασία πάνω στις βασικές αρχές της κβαντικής θεωρίας. Τον Ιανουάριο 1912 ξεκίνησε μια περιοδεία σε πολλά πανεπιστήμια της Γερμανίας, Αυστρίας, Τσεχίας ψάχνοντας μια θέση. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού έμαθε ότι ο Poincaré είχε δημοσιεύσει μια εργασία στην κβαντική θεωρία, στην οποία κατέληγε σε παρόμοια αποτελέσματα με τη δική του. Επιστρέφοντας στην Αγ. Πετρούπολη πληροφορήθηκε ότι ο Poincaré είχε δημοσιεύσει την εργασία του προτού να μπορέσει ν' αποδείξει τη δική του συμβολή στην κβαντική θεωρία.
Τελικά η τύχη τού χαμογέλασε. Ο Lorentz επρόκειτο ν' αποχωρήσει και ο Sommerfeld πρότεινε τον Ehrenfest με τα παρακάτω λόγια: "Διδάσκει σαν άρχοντας. Σπάνια έχω ακούσει έναν άνθρωπο να μιλά με τέτοια γοητεία και λάμψη. Σημαντικές φράσεις, πνευματώδη σημεία και διαλεκτική είναι στη διάθεση του να διατυπωθούν μ' έναν εξαιρετικό τρόπο......  Ξέρει πώς να κάνει τα πιο δύσκολα πράγματα συγκεκριμένα και σαφή. Τα μαθηματικά επιχειρήματα χρησιμοποιούνται από αυτόν με εύκολα κατανοητές εικόνες."
Έτσι, στις 29 Σεπτεμβρίου 1912 ο Έρενφεστ έλαβε τηλεγράφημα που του ανακοίνωνε ότι είχε γίνει καθηγητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Leiden. Έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της καριέρας του.

Μεταξύ της πολλαπλής συμβολής του Έρενφεστ στην κβαντική στατιστική, ήταν η κατανόηση της φύσης των φωτονίων και των ιδιοτήτων τους, όπως προέκυπτε από το νόμο ακτινοβολίας του Planck. Εργάστηκε στην κβαντική θεωρία που αφορούσε τα περιστρεφόμενα σώματα. Είχε σημαντική συνεισφορά στη Στατιστική Φυσική, την Κβαντομηχανική (θεώρημα του Έρενφεστ), τη Θερμοδυναμική και τις μετατροπές φάσεων.

Παρά τη χαμηλή αυτοεκτίμησή του, ο Έρενφεστ ήταν εξαιρετικός δάσκαλος και προσπαθούσε να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τους φοιτητές του. Αν εκτιμούσε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να τους προσφέρει περισσότερα, τους εμψύχωνε και τους προέτρεπε να μεταβούν σε άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ευρώπη. Κατά τον Αϊνστάιν, με τον οποίο ήταν προσωπικός φίλος και ο Έρενφεστ τον θεωρούσε αδερφό του, ήταν ο καλύτερος δάσκαλος της γενιάς του. 
Όμως, ο Έρενφεστ δεν ήθελε να συμβαδίσει με την επανάσταση της Κβαντομηχανικής την οποία θεωρούσε λανθασμένη. 

Μετά τη γέννηση (1918) του τέταρτου παιδιού του Vassily ('Wassik') που έπασχε από σύνδρομο Down, η έντονη στενοχώρια για την εξέλιξη του παιδιού του, του επανέφεραν την κατάθλιψη. Ήταν μια κατάσταση που με την πάροδο του χρόνου χειροτέρευε. 

Τον Αύγουστο 1932, ο Αϊνστάιν, βλέποντας την κατάσταση του φίλου του, έγραψε στη Διοίκηση του Πανεπιστημίου του Leiden εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του και πρότεινε τρόπους για να μειωθεί ο φόρτος εργασίας του Έρενφεστ.
Όμως τα πράγματα είχαν προχωρήσει πολύ.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1933, ο Πάουλ Έρενφεστ οπλισμένος μ' ένα πιστόλι επισκέφτηκε το γιο του Wassik στην κλινική που νοσηλευόταν στο Άμστερνταμ και τον πυροβόλησε. Στη συνέχεια γύρισε το όπλο στον εαυτό του και πυροβολήθηκε. Ο Wassik εξέπνευσε λίγες ώρες αργότερα από τον πατέρα του.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1967 πέθανε ο Robert Van de Graaff.



Σαν σήμερα, στις 16 Ιανουαρίου 1967, πέθανε ο Robert Jemison Van de Graaff  στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης, σε ηλικία 66  ετών.

Ο Van de Graaff υπήρξε πρωτοπόρος στο πεδίο της πυρηνικής φυσικής, καθώς ανακάλυψε μερικά από τα πρώτα τμήματα των επιταχυντών. Ευρύτερα έγινε γνωστός από την περίφημη ηλεκτροστατική γεννήτρια που φέρει το όνομά του και για την οποία κάθε φυσικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό αν είχε στο σχολείο του. Βέβαια, αναφέρομαι στις μηχανές Van de Graaff της εποχής '60, '70 που υπήρχαν στα παλιά σχολεία (είχα την τύχη να έχω μια τέτοια μηχανή στο 39ο Λύκειο της Αθήνας στη δεκαετία του '80) και όχι στις κινέζικες του '90 που ήταν για πέταμα! 

Ο Van de Graaff γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1901, στην Tuscaloosa της Αλαμπάμα. Ήταν ο μικρότερος από τέσσερα αγόρια, με γονείς που είχαν Ολλανδική καταγωγή. 
Το 1922 ο Van de Graaff πήρε το μπάτσελορ και το 1923 το μάστερ από το Πανεπιστήμιο της Alabama, ως μηχανολόγος μηχανικός. Μετά την αποφοίτησή του δούλεψε για ένα χρόνο ως μηχανικός στην Alabama Power Co.
Το 1924 ταξίδεψε στην Ευρώπη για να σπουδάσει ατομική φυσική στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, απ' όπου πήρε μπάτσελορ στη φυσική το 1926. Το 1928 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στην Οξφόρδη.
Την περίοδο που ήταν στην Οξφόρδη ήρθε σ' επαφή με το έργο του Ernest Rutherford στην πυρηνική φυσική και κατέληξε στο συμπέρασμα πως για να προωθηθεί η έρευνα της σωματιδιακής φυσικής έπρεπε να επιτευχθούν μεγάλη επιτάχυνση των σωματιδίων και υψηλές διαφορές δυναμικού.

Το 1929 επιστρέφοντας στις ΗΠΑ με το σχέδιο ενός σωματιδιακού επιταχυντή στο μυαλό του, συνεργάστηκε με το Εργαστήριο Φυσικής Palmer στο Πανεπιστήμιο του Princeton.

Εκεί κατασκεύασε το πρώτο μοντέλο ενός "ηλεκτροστατικού επιταχυντή" που μπορούσε να επιτύχει διαφορά δυναμικού (τάση) 80000 V. Γι' αυτό το απλοϊκό πρωτότυπο είχε χρησιμοποιήσει μια φτηνή μεταξωτή κορδέλα ως ιμάντα μεταφοράς φορτίου, που εκινείτο ανάμεσα σε δύο μεταλλικά ρουλεμάν. 
Μέχρι το Νοέμβριο του 1931 είχε βελτιώσει τη μηχανή του καταφέρνοντας να την κάνει να παράγει ένα εκατομμύριο βολτ (1 MV) και την παρουσίασε στο εναρκτήριο δείπνο του Αμερικάνικου Ινστιτούτου Φυσικής. Την ίδια χρονιά παρουσίασε μια εργασία του για τον ηλεκτροστατικό επιταχυντή στην Αμερικάνικη Ένωση Φυσικής (APS).

Το 1932, λίγο μετά την πρώτη επίδειξη του μοντέλου του Van de Graaff, οι John D. Cockcroft και Ernest Walton εργαζόμενοι στο περίφημο Cavendish Laboratory του Cambridge, έφτιαξαν το δικό τους σωματιδιακό επιταχυντή χρησιμοποιώντας ηλεκτρικά κυκλώματα πολλαπλασιασμού της τάσης για παραγωγή ενέργειας. Αυτή η συσκευή ήταν ογκώδης, αλλά το κυριότερο δεν έδινε μεγάλα περιθώρια για δημιουργία μεγάλης τάσης.

Ο Van de Graaff από το 1932 έως το 1934 εργάστηκε ως βοηθός ερευνητής στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT), όπου το 1934 έγινε επίκουρος καθηγητής, μένοντας εκεί μέχρι το 1960.  
Στις 28 Νοεμβρίου 1933 παρουσίασε μια βελτιωμένη εκδοχή της μηχανής του που μπορούσε να παράγει τάση επτά εκατομμυρίων βολτ (7 MV).  
Τον Φεβρουάριο 1935 πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για τη γεννήτρια Van de Graaff, αλλά εκείνη την εποχή κανείς δεν ενδιαφέρθηκε σοβαρά γι' αυτή την ανακάλυψη, πλην του Nikola Tesla που έγραψε το 1934 σχετικό άρθρο στην επιθεώρηση Scientific American.

Πρώτη η Ιατρική Σχολή του Harvard το 1937 χρησιμοποίησε την μηχανή για την παραγωγή ακτίνων Χ. Την ίδια χρονιά, στην Παγκόσμια Έκθεση στο Παρίσι εγκαταστάθηκε για επίδειξη μια τεράστια γεννήτρια Van de Graaff στο Palais de la Decouverte, υπό τη διεύθυνση του Frederic Joliot.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Van de Graaff ήταν διευθυντής του «Ραδιογραφικού Σχεδίου Υψηλών Τάσεων» (High Voltage Radiographic Project). Τη δεκαετία του 50 ίδρυσε την «Μηχανολογική Εταιρεία Υψηλών Τάσεων» (High Voltage Engineering Corporation) με τον John G. Trump, θείο του κτηματομεσίτη Donald Trump, νέου προέδρου των ΗΠΑ

Το 1965, η Αμερικάνικη Ένωση Φυσικής τον τίμησε με το βραβείο T. Bonner για την ανάπτυξη των ηλεκτροστατικών επιταχυντών.

Ο Van de Graaff πέθανε στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης στις 16 Ιανουαρίου 1967, σε ηλικία 66 ετών, έχοντας κατοχυρώσει συνολικά επτά πατέντες για τις ηλεκτρικές του εφευρέσεις.

Την εποχή που πέθανε ο Van de Graaff, ήδη λειτουργούσαν 500 μεγάλοι σωματιδιακοί επιταχυντές Van de Graaff σε 30 χώρες στον κόσμο.

Πηγές: Today in Science History,  APS

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1908 γεννήθηκε ο Edward Teller, "πατέρας" της υδρογονοβόμβας.



Σαν σήμερα, στις 15 Ιανουαρίου 1908, γεννήθηκε στη Βουδαπέστη της τότε Αυστροουγγαρίας ο Ede Teller (μετέπειτα στις ΗΠΑ έγινε Edward) από τον δικηγόρο Max Teller και τη Γερμανίδα πιανίστα Ilona Teller.
Ο Τέλερ ήταν από τα παιδιά που άργησαν να μιλήσουν (μίλησε μετά τα 3 χρόνια καταφέρνοντας να φτιάχνει κατευθείαν προτάσεις), αλλά είχε ιδιαίτερη ικανότητα να κάνει με το μυαλό του υπολογισμούς με μεγάλους αριθμούς. 
Μαθήτευσε σε ιδιωτικά σχολεία της Βουδαπέστης, αλλά η διάλυση της Αυστροουγγαρίας μετά τον Α' Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσε πολιτικές αναταραχές που επηρέασαν έντονα τον νεαρό Έντε.
Το 1926  αναγκάστηκε να φύγει από τη Βουδαπέστη για να σπουδάσει στη Γερμανία, γιατί υπήρχαν περιορισμοί (numerus claususστον αριθμό των εβραϊκής καταγωγής φοιτητών που γράφονταν σε πανεπιστήμια της Ουγγαρίας.
Ξεκίνησε για να σπουδάσει χημικός μηχανικός στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης, αλλά το 1928 πήρε μεταγραφή για το Πανεπιστήμιο του Μονάχου θέλοντας να συνεχίσει σπουδές στην κβαντική φυσική. Στο Μόναχο είχε ένα τροχαίο ατύχημα που τον υποχρέωσε στην υπόλοιπη ζωή του να φορά προσθετικό μέλος στο δεξί του πόδι.
Το 1930 πήρε το διδακτορικό του στην κβαντική φυσική από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας, υπό την επίβλεψη του Werner Heisenberg. Εκείνη τη χρονιά γνωρίστηκε με τους μετέπειτα διάσημους Ρώσους φυσικούς George Gamow και Lev Landau. Επίσης, η φιλία του με τον Τσέχο φυσικό George Placzek τον οδήγησε στη γνωριμία του με τον Enrico Fermi στη Ρώμη το 1932 που αποτέλεσε την αρχή της γνωριμίας του με την πυρηνική φυσική.

Το 1930 ο Τέλερ μετακινήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, όπου η παρουσία των Max Born και James Franck το είχε κάνει σπουδαίο ερευνητικό κέντρο στην κβαντική φυσική. Τον Ιανουάριο 1933, βλέποντας ότι η Γερμανία γινόταν επικίνδυνη για τους εβραίους λόγω των ναζί, μετακινήθηκε για λίγο στην Αγγλία και από εκεί για ένα χρόνο στην Κοπεγχάγη όπου εργάσθηκε δίπλα στο Niels Bohr. Τον Φεβρουάριο 1934 παντρεύτηκε την φίλη του από παλιά Augusta Maria "Mici" Harkanyi και τον Σεπτέμβριο 1934 επέστρεψε στην Αγγλία.

Το 1935 ο Τέλερ προσκλήθηκε στις ΗΠΑ κι έγινε καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο George Washington της Ουάσιγκτον. Εκεί συνεργάστηκε μέχρι το 1941 με τον Gamow ασχολούμενος με τα πεδία της κβαντικής και πυρηνικής φυσικής.
Το 1941 πήρε την Αμερικάνικη υπηκοότητα και το ενδιαφέρον του στράφηκε στην πυρηνική σύντηξη και πυρηνική σχάση

Ίσως η πιο σημαντική συμβολή του Τέλερ μέχρι τότε να ήταν η διαλεύκανση το 1939 του φαινομένου Jahn-Teller που περιγράφει τη γεωμετρική παραμόρφωση που υφίστανται νέφη ηλεκτρονίων κάτω από ορισμένες συνθήκες. Επίσης, το 1938 συμμετείχε στη διατύπωση της θεωρίας BET (Brunauer-Emmett-Teller).

Το 1942, μετά από πρόσκληση του Robert Oppenheimer, ξεκίνησε να εργάζεται για το Πρόγραμμα Μανχάταν (πυρηνικό πρόγραμμα των ΗΠΑ) στην αρχή συνεργαζόμενος με τον Leo Szilard στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και μετά, το 1943 στο Λος Άλαμος, ως επικεφαλής ομάδας στο τμήμα της Θεωρητικής Φυσικής. Όμως, η επιμονή του για την προώθηση κατασκευής της βόμβας Υδρογόνου τον έφερε σε αντιπαράθεση με τους άλλους επιστήμονες, ιδιαίτερα με τον επικεφαλής του τμήματος Hans Bethe. 

Το 1946 ο Τέλερ έφυγε από το Λος Άλαμος και επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Όταν τον Αύγουστο 1949 η Σοβιετική Ένωση έκανε την πρώτη δοκιμή ενός νέου ατομικού όπλου, ο Τέλερ προσπάθησε να πείσει για την ανάγκη κατασκευής της βόμβας Υδρογόνου. Το 1950 επέστρεψε στο Λος Άλαμος για να εργαστεί σ' αυτό το πρόγραμμα. 
Τον Μάρτιο 1951, αυτός με τον μαθηματικό Stanislaw Ulam πρότειναν ένα καινούριο σχέδιο για την κατασκευή της βόμβας Υδρογόνου, που θα μπορούσε να δουλέψει. Όμως, το 1952 αποχώρησε πάλι από το Λος Άλαμος, επειδή δεν επελέγη επικεφαλής του προγράμματος. Σύντομα βρέθηκε στο Lawrence Livermore National Laboratory που μόλις είχε δημιουργηθεί στην Καλιφόρνια και αποτέλεσε ένα αντίπαλο στο Λος Άλαμος εργαστήριο για την έρευνα σε πυρηνικά όπλα.

Το 1954 ο Τέλερ, μόνον αυτός από την επιστημονική κοινότητα, κατέθεσε ενάντια στον Οπενχάιμερ στην περίφημη υπόθεση "Oppenheimer security hearing" ("ακρόαση ασφαλείας Οπενχάιμερ") στο τέλος της οποίας ο Οπενχάιμερ έχασε το "επίπεδο ασφαλείας" που είχε και απομακρύνθηκε από το αμερικανικό πυρηνικό πρόγραμμα. 

Μετά την κατάθεσή του κατά του Οπενχάιμερ, ο Τέλερ απομονώθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων του, αλλά εξακολούθησε να χαίρει εκτίμησης από κυβερνητικούς και στρατιωτικούς κύκλους των ΗΠΑ.

Συνέχισε να εργάζεται ως Διευθυντής του Livermore Laboratory μέχρι το 1960, οπότε μετακινήθηκε στο Berkeley, εργαζόμενος ως καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και στο Εργαστήριο Διαστημικών Επιστημών (Space Sciences Laboratory - SSL) που δημιούργησε.
Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1960 εργάστηκε δραστήρια ενάντια στην απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών.  

Το 1975 συνταξιοδοτήθηκε από το πανεπιστήμιο του Berkeley και από το Εργαστήριο SSL και του απονεμήθηκε ο τιμητικός τίτλος του Διευθυντή Emeritus από το Livermore Laboratory.

Μετά την αλλαγή του καθεστώτος το 1989 στην Ουγγαρία, επέστρεψε εκεί αρκετές φορές κι ενδιαφέρθηκε για τις πολιτικές αλλαγές που συνέβαιναν στη χώρα.

Στη διάρκεια της ζωής του ο Τέλερ τιμήθηκε με πολλά επιστημονικά και κυβερνητικά βραβεία.

Ο Έντουαρντ Τέλερ πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 2003, σε ηλικία 95 ετών, στο Stanford της Καλιφόρνιας, δύο ημέρες μετά από καρδιακή προσβολή που υπέστη. 

Η τελευταία του εργασία με τον Ralph Moir δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του, το 2005 και είχε ως θέμα την κατασκευή αντιδραστήρα υγρού φθοριούχου θορίου


35 Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής στο Δυναμικό Ηλεκτρισμό (Ι) με το Πρόγραμμα Hot Potatoes.



Φυσική Β' Λυκείου Γεν. Παιδείας

Στο αρχείο θα βρείτε 35 ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής από την ύλη της Β' Λυκείου Γενικής Παιδείας σχετικά με το Ηλεκτρικό ρεύμα, τις Αντιστάσεις και τις Ηλεκτρικές πηγές.

Οι ερωτήσεις προέρχονται από την πλατφόρμα της "Τράπεζας Θεμάτων" του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) του Υπουργείου Παιδείας.

Μπορείτε να δείτε και να κατεβάσετε το αρχείο από  ΕΔΩ .

Μπορείτε να βρείτε κι άλλη παλαιότερη ανάρτησή μου με Ερωτήσεις Πολλαπλής Επιλογής στο Δυναμικό Ηλεκτρισμό, με το πρόγραμμα Hot Potatoes,  ΕΔΩ .

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1978 η NASA ανακοινώνει την πρώτη ομάδα γυναικών αστροναυτών.


(αριστ. προς δεξ.) Shannon W. Lucid, Margaret Rhea Seddon,
Kathryn D. Sullivan, Judith A. Resnik, Anna L. Fisher και Sally K. Ride.

Σαν σήμερα, στις 14 Ιανουαρίου 1978, η NASA ανακοίνωσε τα ονόματα 35 υποψηφίων αστροναυτών (NASA Astronaut Group 8), μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η πρώτη ομάδα γυναικών που επίσημα θα ανήκε σε μια νέα τάξη αστροναυτών.

Η παραπάνω φωτογραφία δείχνει τις 6 γυναίκες αστροναύτες τον Ιανουάριο 1978, στην αρχή της εκπαίδευσής τους. Και οι 6 αυτές γυναίκες τα επόμενα χρόνια ταξίδεψαν στο διάστημα τουλάχιστον σε μία αποστολή.

Το 1983, η Sally Ride (τέλος δεξιά) έγινε η πρώτη Αμερικανίδα που ταξίδεψε στο διάστημα, 20 χρόνια μετά την πτήση της Ρωσίδας Valentina Tereshkova σε τροχιά γύρω από τη Γη. 

Βέβαια πρέπει να πούμε ότι, παρά το γεγονός ότι αυτές οι έξι γυναίκες αποτέλεσαν επίσημα μέρος μιας τάξης αστροναυτών, δεν ήταν οι πρώτες Αμερικανίδες που είχαν εκπαιδευτεί για αστροναύτες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μια άλλη ομάδα γυναικών που επονομάζονταν "Mercury 13" είχαν επιλεγεί για εκπαίδευση αστροναύτη.
Η Geraldyn (Jerrie) Cobb ήταν η πρώτη Αμερικανίδα που είχε επιλεγεί το 1960 για εκπαίδευση αστροναύτη και ακολούθησε η επιλογή 12 ακόμη γυναικών, που η Cobb χαϊδευτικά αποκαλούσε FLATs, επειδή η NASA ονόμαζε αυτό το εκπαιδευτικό πρόγραμμα "Fellow Lady Astronaut Trainees" ("Συνεργαζόμενες Γυναίκες Αστροναύτες σε Εκπαίδευση").
Όλες οι γυναίκες που είχαν επιλεγεί ήταν πιλότοι και ενίοτε υποβλήθηκαν σε παράξενες δοκιμασίες που είχαν επινοηθεί για να αξιολογηθεί η ικανότητα ενός ατόμου στις αυξημένες απαιτήσεις μιας διαστημικής πτήσης. Οι 13 αυτές γυναίκες ποτέ δεν εκπαιδεύτηκαν ως ομάδα και δυστυχώς σε καμία από τις γυναίκες του "Mercury 13" δεν δόθηκε η ευκαιρία να βρεθεί στο διάστημα. 
Για το πρόγραμμα "Mercury 13" έχουν γραφεί δύο βιβλία: 
Παρά το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί έστειλαν την πρώτη γυναίκα στο διάστημα, δεν στήριξαν θερμά την εκπαίδευση και αποστολή γυναικών αστροναυτών. Από τις 19 γυναίκες-αστροναύτες της Σοβιετικής Ένωσης ή της Ρωσίας που είχαν εκπαιδευτεί, μόλις σε 4 δόθηκε η δυνατότητα μιας αποστολής. Η τελευταία διαστημική πτήση από τη Ρωσίδα κοσμοναύτη Yelena Serova έγινε το 2014.  

Η τάξη αστροναυτών του 1978 ήταν η πρώτη καινούρια ομάδα που είχε επιλεγεί από τη NASA, μετά το 1969. Η Judith Resnik έγινε το 1984 η πρώτη Αμερικανοεβραία στο διάστημα και σκοτώθηκε το 1986 στην τραγική έκρηξη του Challenger. Η Kathryn Sullivan έγινε η πρώτη Αμερικανίδα που έκανε διαστημικό περίπατο και μαζί με τη Ride έγινε το πρώτο γυναικείο δίδυμο σε κοινή διαστημική αποστολή. Η Shannon Lucid έγινε η πρώτη Αμερικανίδα που επισκέφτηκε το διαστημικό σταθμό Mir. Μάλιστα η Lucid γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 14 Ιανουαρίου 1943.

Το 2013 η NASA ανακοίνωσε το τελευταίο πρόγραμμα εκπαίδευσης 8 νέων αστροναυτών, με 4 γυναίκες μέσα στην ομάδα. Ήταν το καλύτερο ποσοστό (50%) των γυναικών αστροναυτών μέσα στην ίδια τάξη.

Μέχρι τις 6 Ιουλίου 2016, από τους 537 συνολικά αστροναύτες που έχουν βγει στο διάστημα, οι 60 ήταν γυναίκες. 

Πηγή: NASA

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1864 γεννήθηκε ο Wilhelm Wien που διατύπωσε το νόμο της μετατόπισης.


Ο Wien το 1913 όταν έγινε πρύτανης στο Würzburg.

Σαν σήμερα, στις 13 Ιανουαρίου 1864, γεννήθηκε ο Wilhelm Carl Werner Otto Fritz Franz Wien στο χωριό Gaffken κοντά στο Fischhausen της τότε Ανατολικής Πρωσίας (σήμερα Primorsk της περιοχής του Kaliningrad της Ρωσίας).
Ήταν το μοναδικό παιδί του ιδιοκτήτη γης Carl Wien και της συζύγου του Caroline Gertz.
Το 1866 η οικογένεια Wien μετακόμισε σε μια μικρή φάρμα στο Drachenstein, κοντά στο Rastenburg (σημ. Rastembork ανήκει στην Πολωνία). 
Στα πρώτα χρόνια εκπαιδεύτηκε στο σπίτι από ιδιώτη δάσκαλο και το 1879 γράφτηκε σε σχολείο του Rastenburg, απ' όπου όμως σύντομα απομακρύνθηκε λόγω του χαμηλού επίπεδου εκπαίδευσης που είχε. Αργότερα, το 1880, παρακολούθησε το σχολείο της πόλης Heidelberg, απ΄όπου αποφοίτησε το 1882.
Την ίδια χρονιά γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Göttingen για να σπουδάσει μαθηματικά και φυσικές επιστήμες, ενώ παράλληλα γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου για να σπουδάσει φυσική (το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα παρείχε τέτοιες δυνατότητες). 
Από το 1883 μέχρι το 1885 σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου υπό την εποπτεία του Hermann von Helmholtz, εργαζόμενος συγχρόνως στο εργαστήριό του.
Το 1886 πήρε το διδακτορικό του με εργασία πάνω στη διάθλαση του φωτός σε μέταλλα και την επίδραση διαφόρων υλικών στο χρώμα διαθλώμενου φωτός.

Μετά το διδακτορικό επέστρεψε στην οικογενειακή φάρμα, που στο μεταξύ είχε πάθει ζημιές από πυρκαγιά.Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, παράλληλα με την προσωπική του μελέτη στη φυσική, προσπάθησε να ορθοποδήσει τη φάρμα χωρίς όμως να το καταφέρει, κάτι που τον ανάγκασε να την πουλήσει το 1890. 

Το 1890 τον πήρε ο Helmholtz ως βοηθό του στο καινούριο Ινστιτούτο Φυσικής στο Charlottenburg. Από το 1896 μέχρι το 1899 υπηρέτησε στη σχολή Rheinisch-Westfälische Technische Hochschule (RWTH) του Πανεπιστημίου του Aachen και στο Πανεπιστήμιο του Giessen.

Εκείνη την εποχή οι εργαστηριακές μετρήσεις έδειχναν ότι καθώς αυξάνεται η θερμοκρασία ενός σώματος, το μήκος κύματος λmax φαίνεται να ελαττώνεται. Στο επίπεδο της παρατήρησης, αν σε κάποια θερμοκρασία γύρω στους 700 0C ένα μεταλλικό σώμα εκπέμπει δικό του φως, αυτό είναι κόκκινο, σε ψηλότερη θερμοκρασία στο εκπεμπόμενο φως κυριαρχούν μικρότερα μήκη κύματος και το χρώμα δείχνει να είναι προς το λευκό. 

Το 1893 ο Wien βασιζόμενος στις δικές του ακριβείς μετρήσεις υποστήριξε ότι το "λmax  είναι αντιστρόφως ανάλογο της θερμοκρασίας" (λmax.T = σταθ.). Ο κανόνας αυτός έχει επικρατήσει να λέγεται Wiensche Verschiebungsgesetz - Νόμος της μετατόπισης του Wien. 

Το 1896 ο Wien κατέληξε εμπειρικά στο νόμο για την ακτινοβολία του μέλανος σώματος (νόμος του Wien). Ο Max Planck, που ήταν συνεργάτης του Wien, μη πιστεύοντας εμπειρικούς νόμους, πρότεινε μια θεωρητική βάση για το νόμο του Wien στηριζόμενος στον ηλεκτρομαγνητισμό και τη θερμοδυναμική με αποτέλεσμα να γίνει ο νόμος Wien-Planck.

Ωστόσο, ο νόμος του Wien ήταν έγκυρος μόνο σε υψηλές συχνότητες και υποτίμησε την ακτινοβολία σε χαμηλές συχνότητες. Ο Planck διόρθωσε τη θεωρία και πρότεινε αυτό που σήμερα ονομάζεται νόμος του Planck, η οποία οδήγησε στην ανάπτυξη της κβαντικής θεωρίας.

Το 1898, όταν ο Wien  μελετούσε ρεύματα ιονισμένου αερίου, διαπίστωσε την ύπαρξη ενός θετικά φορτισμένου σωματιδίου με μάζα ίση με αυτή του ατόμου του υδρογόνου. Ήταν αυτό, που αργότερα το 1919, ανακάλυψε  ο Rutherford και το ονόμασε πρωτόνιο. 

Το 1900 πήγε στο Πανεπιστήμιο του Würzburg και έγινε διάδοχος του Wilhelm Röntgen στην έδρα Φυσικής. Το 1902 προσκλήθηκε να αντικαταστήσει τον Ludwig Boltzmann ως καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και τo 1906 προσκλήθηκε ως διάδοχος του Paul Drude στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, αλλά ο Wien αρνήθηκε και τις δύο προσκλήσεις.

Το 1911 ο Wien πήρε το βραβείο Νόμπελ Φυσικής "για τις ανακαλύψεις του που οδήγησαν στους νόμους που διέπουν την ακτινοβολία της θερμότητας".

Στο διάστημα 1913-14 έγινε πρύτανης του Πανεπιστημίου του Würzburg. Τον Απρίλιο 1913 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Columbia των ΗΠΑ.
Το 1920 έγινε καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου αντικαθιστώντας και πάλι τον Roentgen και στο ίδιο πανεπιστήμιο έγινε πρύτανης από το 1925 μέχρι το 1926. Στην περίοδο που ήταν στο Μόναχο επιμελήθηκε την κατασκευή ενός καινούριου ινστιτούτου φυσικής. 
Στο διάστημα από το 1906 μέχρι το θάνατό του το 1928 ήταν συνεκδότης του γερμανικού επιστημονικού περιοδικού Annalen der Physik.

Όσο ήταν στο Würzburg (έμεινε 20 χρόνια εκεί) του δόθηκε η δυνατότητα να ταξιδέψει σε πολλές χώρες στην Ευρώπη και ν' ασχοληθεί με τα αγαπημένα του, την Ιστορία και την Τέχνη.

Πέθανε ξαφνικά στο Μόναχο, στις 30 Αυγούστου 1928, σε ηλικία 64 ετών.


Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα ...1991 πέθανε ο Carl Anderson που ανακάλυψε το ποζιτρόνιο.



Σαν σήμερα, στις 11 Ιανουαρίου 1991, πέθανε σε ηλικία 86 ετών στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας, ο Αμερικανός φυσικός Carl David AndersonΤο 1936 ο Άντερσον είχε βραβευτεί με το Νόμπελ Φυσικής  για την ανακάλυψη του ποζιτρονίου.

Ο Άντερσον γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1905 στη Νέα Υόρκη και ήταν το μοναδικό παιδί του  Carl και της Emma Anderson που ήταν Σουηδοί μετανάστες. Νεαρός έδειξε προσόντα ως αθλητής του άλματος σε ύψος. Η οικογένεια Άντερσον μετακόμισε στο Λος Άντζελες κι εκεί ο νεαρός Άντερσον παρακολούθησε το Los Angeles Polytechnic High School (John H. Francis), όπου έδειξε το πρώτο ενδιαφέρον του για την επιστήμη. 
Το 1924 ξεκίνησε τις σπουδές του στο California Institute of Technology (Cal Tech) με το οποίο θα συνέδεε όλη την μετέπειτα επιστημονική του εξέλιξη και καριέρα. Το 1927 πήρε το μπάτσελορ και συνέχισε την εκπαίδευσή του με το μεταπτυχιακό του να είναι σχετικό με τη φυσική και τα μαθηματικά. Το 1930 πήρε το διδακτορικό του από το Cal Tech με την επίβλεψη του R. A. Millikan. Τα επόμενα τρία χρόνια δούλεψε ως ερευνητής με τον Millikan και το 1933 έγινε βοηθός καθηγητής στο Cal Tech.

Το 1932 ο Άντερσον ανακάλυψε το ποζιτρόνιο (ή αντιηλεκτρόνιο) που ήταν μια επαναστατική ανακάλυψη, αφού το ποζιτρόνιο έγινε το πρώτο γνωστό σωματίδιο της αντιύλης, αλλά και το πρώτο γνωστό θετικά φορτισμένο σωματίδιο εκτός από το μέχρι τότε γνωστό πρωτόνιο. Εκείνη την εποχή ο Άντερσον με τον Μίλικαν προσπαθούσαν ν' ανακαλύψουν τη φύση των κοσμικών ακτίνων. Η παρατήρηση γινόταν καθώς οι ακτίνες περνούσαν μέσα από ένα θάλαμο νέφωσης Wilson, που βρισκόταν σε ισχυρό μαγνητικό πεδίο. Από το 1931 ο Άντερσον είχε παρατηρήσει ότι οι τροχιές που εμφανίζονταν στο θάλαμο, όταν οι κοσμικές ακτίνες έπεφταν εκεί, ήταν όμοιες με αυτές που δημιουργούσαν τα ηλεκτρόνια, με μοναδική διαφορά την αντίθετη κατεύθυνση κίνησης. Η διάσημη φωτογραφία που πήρε ο Άντερσον στις 2 Αυγούστου 1932 έδειχνε καθαρά ένα ποζιτρόνιο να διασχίζει το θάλαμο Wilson.

Την επόμενη άνοιξη οι P. M. S. Blackett και G. P. S. Occhialini εργαζόμενοι ανεξάρτητα στο Cavendish Laboratory του Cambridge παρατήρησαν σε φωτογραφίες που είχαν πάρει σε θάλαμο Wilson, ότι όταν αλληλεπιδρούσε ακτινοβολία γ με ατομικό πυρήνα ευρισκόμενο σε ισχυρό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, μπορούσε να δημιουργήσει ένα ζεύγος ποζιτρονίου - ηλεκτρονίου. Επίσης αναγνώρισαν, κάτι που δεν είχε κάνει ο Άντερσον μέχρι εκείνη τη στιγμή, ότι το ποζιτρόνιο που είχε ανακαλύψει ήταν το ίδιο σωματίδιο με αυτό που είχε προβλεφθεί από τον Paul Dirac το 1928. Αργότερα ο Άντερσον παρουσίασε ακόμη πιο ισχυρές αποδείξεις για την ύπαρξη του ποζιτρονίου, βομβαρδίζοντας με ακτίνες γ που προέρχονταν από ραδιενεργούς πυρήνες, διάφορα υλικά, με αποτέλεσμα την παραγωγή ζεύγους ποζιτρονίου - ηλεκτρονίου.
Γι' αυτή την εργασία, το 1936, σε ηλικία μόλις 31 ετών, ο Άντερσον μοιράστηκε το βραβείο Νόμπελ Φυσικής με τον Αυστριακό Victor Hess.  

Την ίδια χρονιά (1936) ο Άντερσον μαζί με τον πρώτο διδακτορικό φοιτητή του Seth Neddermeyer έκαναν μία ακόμη σημαντική ανακάλυψη. Μελετώντας τις κοσμικές ακτίνες διαπίστωσαν την ύπαρξη φορτισμένων σωματιδίων με μάζα το 1/10 περίπου της μάζας ενός πρωτονίου. Ο Άντερσον ονόμασε αυτά τα σωματίδια μεσοτρόνια (mesotrons), που αργότερα απλουστεύθηκε σε μεσόνια (mesons). Τότε νόμισε, ότι τα σωματίδια ήταν αυτά που είχαν προβλεφθεί δύο χρόνια νωρίτερα από τον H. Yukawa. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι τα σωματίδια που είχε ανακαλύψει ο Άντερσον ήταν τα μ μεσόνια (ή μιόνια), ενώ τα μεσόνια του Yukawa ήταν τα π μεσόνια (ή πιόνια). 

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Άντερσον ασχολήθηκε στο Caltech με την έρευνα σε πυραύλους. Μετά τον πόλεμο συνέχισε ν' ασχολείται με την έρευνα στο πεδίο της σωματιδιακής φυσικής, στο οποίο η ανακάλυψη του 1932 είχε ανοίξει νέους ορίζοντες.
Το 1950 έγινε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών (American Academy of Arts and Sciences).   
Το 1976 συνταξιοδοτήθηκε από το Caltech κι έγινε καθηγητής emeritus. 

Θάφτηκε στο Λος Άντζελες, στο κοιμητήριο Forest Lawn, Hollywood Hills Cemetery.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα...1989 πέθανε ο Ουκρανός μηχανικός πυραύλων Valentin Glushko.


Γραμματόσημο της Ουκρανίας του 2003
με τη μορφή του Valentin Glushko.

Σαν σήμερα, στις 10 Ιανουαρίου 1989, πέθανε στη Μόσχα σε ηλικία 81 ετών, ο Βαλεντίν Πέτροβιτς Γκλούσκο (ρωσ. Валенти́н Петро́вич Глушко́), ο σπουδαιότερος ίσως μηχανικός και σχεδιαστής κινητήρων πυραύλων στη διάρκεια του αμερικανοσοβιετικού ανταγωνισμού στο διάστημα. 
Ο Glushko είχε γεννηθεί στις 2 Σεπτεμβρίου 1908 στην Οδησσό της Ουκρανίας.

Από το 1919 μέχρι το 1924 σπούδασε ελασματουργός σε τεχνικό επαγγελματικό σχολείο της Οδησσού, ενώ την ίδια περίοδο από το 1920 μέχρι το 1922 παρακολούθησε μαθήματα βιολιού.
Την άνοιξη του 1921, έχοντας διαβάσει δύο μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν, αποφάσισε ν' αφιερώσει τη ζωή του στην αεροναυτική. Ξεκίνησε με αστρονομικές παρατηρήσεις μετέχοντας σε μια ομάδα νεαρών ερευνητών. Το χειμώνα του 1922 άρχισε να μελετά το έργο του Konstantin Tsiolkovsky. Επηρεασμένος από αυτό, από το 1924 μέχρι το 1926 έγραφε σε εφημερίδες και περιοδικά άρθρα σχετικά με την εξερεύνηση της Σελήνης και πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι μηχανές του Tsiolkovsky για διαστημικές πτήσεις, διατηρώντας παράλληλα αλληλογραφία με τον ίδιο.
Μετά την αποφοίτησή του εκπαιδεύτηκε ως εφαρμοστής και στη συνέχεια ως χειριστής τόρνου. 

Το 1925 προσπάθησε να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο του Λένινγκραντ (σήμερα Αγία Πετρούπολη), αλλά απέτυχε στις εξετάσεις. Έτσι, παρακολούθησε το πρώτο έτος ως απλός ακροατής. Το 1926 έγινε δεκτός στο δεύτερο έτος του πανεπιστημίου και ξεκίνησε να σπουδάζει φυσική και μαθηματικά. Το 1929 ολοκλήρωσε τις σπουδές του με θέμα της διπλωματικής του εργασίας σχετικό με τις ηλεκτρικές προωθητικές μηχανές. Επειδή ο στρατός ενδιαφέρθηκε για τις ιδέες του, ξεκίνησε να εργάζεται σε έρευνα για πυραύλους στο Gas Dynamics Laboratory (GDL) στο Λένινγκραντ. Στο GDL ο Γκλούσκο έφτιαξε για πρώτη φορά τον πύραυλο υγρού καυσίμου (liquid rocket engine LRE) ORM-1 και στη συνέχεια άλλες παρόμοιες μηχανές.

Το 1931 έγινε μέλος ενός νέου τμήματος, του GIRD (Group for the Study of Reactive Motion), που δημιουργήθηκε στο Λένινγκραντ για τη μελέτη προωθητικών συστημάτων για τους πυραύλους.
Από το 1934 ξεκίνησε να εργάζεται στο Ινστιτούτο Έρευνας Πυραύλων (Rocket Research Institute RRI) στη Μόσχα, όπου δημιούργησε τον πύραυλο ORM-65 για το πυραυλικό αεροπλάνο RP-318 και το πυραυλικό βλήμα 212 σε σχεδίαση του Sergei Korolyov.

Στις 23 Μαρτίου 1938, στη διάρκεια των μεγάλων σταλινικών δικώνσυνελήφθη από την NKVD και φυλακίστηκε στη φυλακή Butyrka. Στις 15 Αυγούστου 1939 καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια εξορία σε γκούλαγκ. Ενώ υποτίθεται ότι εξορίστηκε, ο Glushko τοποθετήθηκε στη σχεδίαση αεροσκαφών μαζί με άλλους καταδικασθέντες επιστήμονες. 
Το 1941 τοποθετήθηκε επικεφαλής σε τμήμα σχεδίασης μηχανών πυραύλων που κινούνται με υγρά καύσιμα. Τελικά απελευθερώθηκε το 1944 με ειδική απόφαση.

Το 1944 σε συνεργασία με τον Sergei Korolyov σχεδίασαν τον κινητήρα βοηθητικών πυραύλων RD-1 KhZ.

Στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Glushko στάλθηκε στην Γερμανία και την Ανατολική Ευρώπη για να μελετήσει το γερμανικό πρόγραμμα πυραύλων. Το 1946 έγινε ο επικεφαλής σχεδιαστής του δικού του γραφείου, του OKB 456 (αργότερα NPO Energomash) και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 1974. Αυτό το γραφείο διαδραμάτισε έναν εξέχοντα ρόλο στην ανάπτυξη των κινητήρων πυραύλων στη Σοβιετική Ένωση.

Το 1957 ξεκίνησε τα τεστ των πυραύλων RD-107, RD-108 και R-7, που αποτέλεσαν τη βάση για την εκτόξευση πολλών διαστημικών οχημάτων.

Τον Οκτώβριο 1957 του απονεμήθηκε τιμητικά ο τίτλος του Δόκτορος Τεχνικών Επιστημών, ενώ το 1958 έγινε πλήρες μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Τιμήθηκε 2 φορές με τον τίτλο του "Ήρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας", 5 φορές με το μετάλλιο Λένιν, το μετάλλιο της Οκτωβριανής Επανάστασης και πολλά άλλα μετάλλια.

Ο Glushko ήταν υποστηρικτής της ιδέας για δημιουργία σοβιετικής βάσης στη Σελήνη, κάτι που τελικά εγκαταλείφθηκε, μιας και τότε, το αμερικάνικο πρόγραμμα Apollo κόντευε να τελειώσει. Τότε, για ν' ανταγωνιστεί το αμερικάνικο διαστημικό λεωφορείο, η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε τη δημιουργία του διαστημικού σταθμού Mir
Το πιο σημαντικό ίσως επίτευγμα του Γκλούσκο ως μηχανικού ήταν η δημιουργία του μεταφορικού πυραύλου "Energia" με την πιο ισχυρή στον κόσμο πυραυλική μηχανή RD-170 και το διαστημικό λεωφορείο "Buran" ("Χιονοθύελλα"). 

Για πολλά χρόνια ο Glushko είχε εργαστεί στη σκιά του Korolyov και ποτέ δεν έγινε ευρύτερα γνωστός, όσο ήταν στη ζωή. Μόνο μετά το θάνατό του και την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ, το τεράστιο έργο που είχε προσφέρει έγινε γνωστό.